Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

γράφει ο Μπρυκνέρ στο τελευταίο του βιβλίο «Το ερωτικό παράδοξο»).....Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γράφει για τον έρωτα και τους νέους: Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά...

Έρως ανίκατε μάχαν,…Σ’ ουτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς ουθ’ αμερίων σε γ’ ανθρώπων, ο δ’ έχων μέμηνεν.» (Έρωτα ανίκητε στη μάχη,…Να σ’ αποφύγει εσένα δεν μπορεί ούτε θνητός κανείς ούτε αθάνατος κι αυτόν που τον κατέχεις τον τρελαίνεις). Έτσι τραγούδησε ο Σοφοκλής τον Έρωτα, «το μέγιστο ανάμεσα στους νόμους»…και «αλλοίμονο μ’ εμάς παίζει η Αφροδίτη, θεά που δεν μπορεί κανείς να τη νικήσει». «…Ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα» η παρακαταθήκη του Ησίοδου στη «Θεογονία». «Υιόν του Πόρου και της Πενίας», μας τον παραδίδει ο Πλάτων στο «Συμπόσιο» και «Δαίμονα» τον αποκαλεί. Θεός και δαίμονας, λοιπόν, και ανατροπέας της καθημερινότητάς μας. Για τούτο και οι άνθρωποι τον φοβούνται. Πώς να αντέξουν το πάθος; Πώς να αντέξουν την τραγικότητα του Έρωτα«; Πρέπει να είναι η άνευ όρων παράδοση του εαυτού μας στην ετερότητα που προκαλεί ρωγμές στην ταυτότητά μας, όχι για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά μας, αλλά για να ανοίξουμε την ταυτότητά μας σε αυτό που εμείς δεν είμαστε....Τις περισσότερες φορές είναι σημαντικές οι αναφορές σε Ελληνες φιλοσόφους (Πλάτων, Αριστοτέλης), σε σπουδαίους διαχρονικούς συγγραφείς (Αραγκόν, Σαρτρ), αλλά και σε σύγχρονους, όπως ο Μπρυκνέρ. Και όλες οι αναφορές λειτουργούν κάτω από το κλασικό σύνθημα: «Αγαπώ, άρα υπάρχω». Μια διαφυγή που αφορά όλη την ανθρωπότητα και που τη βοηθάει να αντιπαρέρχεται τις περίτρομες ψυχές και τον ανυποχώρητο πολλές φορές πανικό....Σήμερα ο έρωτας έχει ζήσει δεκάδες χιλιάδες μικρές επαναστάσεις και παρ’ όλα αυτά ζει στο μεταίχμιο. Νομίζει ότι ξέφυγε από τον Φάουστ, από τον ερωτοχτυπημένο Βέρβερο, σνομπάρει τον δόκτορα Ζιβάγκο, γελάει με τα νυχτοπερπατήματα του Μποντλέρ και αδιαφορεί για τον Μπόρχες και τον Μάρκες, που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ξεχασμένα χαρτοκιβώτια. Κι όμως, παραπλανημένος είναι κι αυτός, όπως κι εμείς άλλωστε που νομίζουμε ότι ελέγχουμε τα συναισθήματά μας, ότι μπορούμε επιφανειακά να τον αγγίξουμε και με την πρώτη ευκαιρία να του ξεφύγουμε.Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, πολυγραφότατος Γάλλος συγγραφέας, προσπαθεί να απαντήσει κατά πόσον ο έρωτας βρίσκεται στον αντίποδα της ελευθερίας. Αν κάποιος μου έθετε ένα τέτοιο ερώτημα, θα έλεγα ότι χρειάζομαι και τα δύο: τον έρωτα και την ελευθερία, σε μια ισότιμη σχέση. Αλλά για πόσο; Ο έρωτας και η ελευθερία δεν διατίθενται σε ποσότητες και κυρίως δεν χαρίζονται. Κατακτώνται. Από την πλευρά του, ο Μπρυκνέρ λέει ότι ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με την ελευθερία. Αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας και δεν επιδέχεται μεταρρυθμίσεις. Με λίγα λόγια, δεν ελέγχεται, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να συμβιώνεις με κάποιον και παράλληλα να παραμένεις κύριος της ζωής σου( Η επιθυμία ενός ισχυρού δεσμού, γράφει ο Μπρυκνέρ στο τελευταίο του βιβλίο «Το ερωτικό παράδοξο»).....Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γράφει για τον έρωτα και τους νέους: «Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα – αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Οποιος αγαπά λοιπόν, πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ‘χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον

18 Οκτωβρίου 1979 απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ.

18 Οκτωβρίου 1979 απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ.
Τα λόγια του στη συνέντευξη τύπου στις 19 Οκτωβρίου 1979 ήταν προφητικά.
« Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να 'ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ειναι σαν να ειμαστε δεμενοι. ...

Ειναι σαν να ειμαστε δεμενοι. Δυο κλωστες που παντου εχουν κομπους. Παντου μπλεγμενες σαν να ειναι αδυνατο να ξεχωρισουν. Ετσι ειναι οι ψυχες μας. Προχωρουν και γυρνουν μαζι. Γραφουν και σβηνουν μαζι. Σαν να τις ενωσε κατι ξεχωριστο, μια φορα, σε ενα ξεφωτο. Και απο τοτε μαζι πορευονται. Μονο καπου καπου, χανονται και μετα παλι μαζι συνεχιζουν. Και στροβιλιζονται μεσα στους δικους τους ξεφρενους ρυθμους,σαν μαζορετες που οτι και να γινει δεν θα σταματησουν να εκτελουν το προγραμμα τους.Που θα επιμεινουν ολες μαζι μεχρι το τελος. Και οι σκεψεις μας μεχρι το τελος μαζι θα πανε. Ακομα και αυτες ενωνονται χωρις να τις απασχολει τιποτα αλλο. Παρα μονο να ειναι μαζι. Παρα μονο η μια να γινεται αντιληπτη στην αλλη, και μολις συμβει αυτο να ξεσπαει η καταιγιδα των μυαλων που μενει αφωνη μπροστα στο χορο των σκεψεων που αλληλοσυμπληρωνονται. Ο χορος των σκεψεων. Αυτος ο χορος ειναι που χορευει το μυαλο αντι για το σωμα. Που σε κανει να νιωθεις σαν να βρηκες το αλλο μισο του μυαλου σου. Αυτο το αλλο, που μπορει να σε παει και να σε ταξιδεψει παντου με λιγες μονο λεξεις. Αυτο το αλλο που μπροστα του υποκλινεσαι. Που μπροστα του υποκλεινομαι και με μια του λεξη, ξαφνικα σωπαινω
Νάντια Αναγνώστου

*60 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καζαντζάκη…

*60 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καζαντζάκη…
-Ο Νίκος Καζαντζάκης επηρεάστηκε πάρα πολύ από τη φιλοσοφία του Νίτσε…Παρακάτω περιγράφει τη στιγμή που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Φρίντριχ Νίτσε χάρη σε μία φοιτήτρια:
«Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη. -Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα. Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.
-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.
Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.
-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;
Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.
-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;
-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.
-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.
Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.
-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.
Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου.
Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.
Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.
Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.
Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.
Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.
Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.
Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.[…]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Να είστε εραστές και όχι ζευγάρι....


Να είστε εραστές και όχι ζευγάρι. 
Ζευγάρι είναι οι κάλτσες, τα παπούτσια, τα οποία 
δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο. 
Χαλάνε, φθείρονται, τρυπάνε... Είναι αρκετή μια 
γρατσουνιά, μια τρυπούλα, μια μικρή φθορά στο 
ένα μέλος του ζευγαριού και το ζευγάρι χάλασε, έσπασε...
Ζευγάρι σημαίνει πως δεν μπορείς να υπάρξεις χωρίς 
το άλλο μέλος. Σημαίνει πως μπορείς ανά πάσα στιγμή 
να μείνεις μόνος, άχρηστος (με την έννοια της χρήσης), 
παρατημένος, γιατί απλά το άλλο μισό "αποφάσισε" 
να φθαρει. Γιατί ως μονάδα δεν θα μπορείς να υπάρξεις, 
δεν θα έχεις χρησιμότητα.

Να είστε εραστές... 
Να θέλετε να δώσετε με πάθος στον άλλο, 
αλλά και ότι πάρετε να είναι με πάθος.. 
Να ερωτεύεστε κάθε μέρα, κάθε στιγμή. 
Να μην έχετε ανάγκη ο ένας τον άλλο. 
Κάθε συνάντηση να είναι συνάντηση προσφοράς 
και όχι ζήτησης. Γιατί είναι πραγματική απόλαυση 
όταν θέλουν και οι δύο να δώσουν με πάθος.
Να είστε εραστές της στιγμής, και όχι του "πάντα". 
Γιατί το "πάντα" υπόσχετε, δεσμεύει, πιέζει.
Η στιγμή κρατάει όσο την κρατάμε. Και αν ξέρουμε 
πως ίσως δεν κρατήσει για πάντα, θα μπορέσουμε 
να την απολαύσουμε.. 
Γιατί η στιγμή ίσως να μην έχει αύριο, δεν σηκώνει αναβολή...
Και ίσως ζώντας τις στιγμές, να έλθει και το "για πάντα".
Και αν δεν έρθει το "για πάντα", θα έχεις ακόμα μια υπέροχη 
στιγμή να θυμάσαι...

Πάμπος Ευσταθίου,

Υπάρχουν κάτι έρωτες, που δεν τους αγγίζει.....

Υπάρχουν κάτι έρωτες, που δεν τους αγγίζει ούτε ο Θεός.
Δεν είναι ανεκπλήρωτοι, δεν είναι πλατωνικοί, δεν είναι παραμυθένιοι.
Είναι απλώς πραγματικοί, διαφορετικοί, απάτητοι, θεϊκοί.
Τους αναγνωρίζεις αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, για να επιβεβαιώσεις αν έκρινες σωστά ή λάθος.
Ίσως γιατί ποτέ δεν είναι λάθος. Ίσως γιατί σ΄ αυτούς η σκέψη δε χωράει πουθενά.
Δεν ταιριάζουν με το χρόνο, δεν διαλύονται από τη βροχή, δεν σταματάνε σε «πρέπει» και «ίσως».
Οι λέξεις μέσα τους χωράνε κομμένες και ραμμένες σε πατρόν.
Δεν ξεκινάνε ποτέ σε σωστές συνθήκες. Δεν ξεκινάνε ποτέ τη σωστή στιγμή.
Το ραντεβού μαζί τους δεν είναι προσχεδιασμένο. Δεν ντύνεσαι, ούτε στολίζεσαι για να τους συναντήσεις.
Φοράς τα παλιά σου παπούτσια, το άσπρο σου μακό, το στενό σου τζην, και εκεί που πας να βγάλεις το μπουφάν, αισθάνεσαι τον βοηθό του ταχυδακτυλουργού που προσπαθεί να σε εξαφανίσει.
Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν θα σε βρουν τα μαχαίρια, αν θα σε κόψουν τα σπαθιά, παραμένεις όμως να χαμογελάς στο κοινό που σε παρακολουθεί, σίγουρος ότι ο ταχυδακτυλουργός ξέρει να κάνει σωστά τα μαγικά του.
Αποκτάς οντότητα στο χώρο.
Καταλαμβάνεις περισσότερα τετραγωνικά χωρίς να αλλάζει το σχήμα σου, αρχίζεις και συνειδητοποιείς τα όργανα στο σώμα σου σαν να σε πονάνε, μαγεύεις την κούραση και τη χρησιμοποιείς προς όφελός σου, ξεγελάς τον ύπνο και τον αποδεσμεύεις για λίγο, για να μπορείς να ζεις περισσότερο.
Η έλλειψη της επαφής γίνεται βασανιστήριο. Αισθάνεσαι μισός, παράλυτος, προβληματικός.
Νιώθεις ότι σου λείπει κάτι που δεν είχες ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή, και όμως γίνεται το απαραίτητο συστατικό για να μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου.
Και αναρωτιέσαι απλώς, πως είναι δυνατόν να σου λείπει κάτι που ποτέ δεν είχες.
Γίνεσαι άφοβος, άτρωτος, συμπαγής.
Πέφτεις από το γκρεμό χωρίς αλεξίπτωτο, τρέχεις με το αυτοκίνητο χωρίς φρένα, κάνεις τα δύσκολα εύκολα.
Και μη βιαστείτε να πείτε για σύννεφα που σε ρίχνουν, ούτε για ταχύτητες που σε σκοτώνουν.
Σε τέτοιους έρωτες δεν πέφτεις ποτέ, ακόμα και αν πέσεις. Δεν σκοτώνεσαι ποτέ, ακόμα και αν πεθάνεις.
Δεν σε σκοτώνει ο έρωτας σου. Δεν σε σκοτώνει ο άνθρωπος σου.
Και τα δύο είναι πάντα εκεί. Ακόμα και αν απομακρυνθείς, ακόμα και αν χωρίσεις.
Δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Αυτή είναι και η ουσία τους.
Όπως δεν ξέρεις πότε και γιατί άρχισαν, έτσι δεν ξέρεις και πότε θα τελειώσουν.
Είναι πάντα εκεί, πάνω στο δέρμα σου, μέσα στο μυαλό σου, κομμάτι της ψυχής σου.
Σκοτωμένοι, αλλά αίμα δεν τρέχει από πουθενά, προδομένοι, αλλά χωρίς προδότη στο σκοινί.
Τους περιμένεις, γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Τους θυμάσαι, γιατί δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο.
Δεν τους μνημονεύεις, δεν τους κηδεύεις, δεν τους ξεχνάς.
Ζουν ανάμεσα στη ζωή σου, στην καθημερινότητα σου, στις κουβέντες σου, στις κινήσεις σου, στην αναπνοή σου.
Δεν έγιναν ποτέ εξομολόγηση για αμαρτία. Δεν συγχωρέθηκαν ποτέ με προσευχές και μετάνοιες.
Δεν έγιναν συνήθεια. Ούτε ψέμα. Ούτε ανάγκη. Ούτε συμφέρον. Ούτε φυλακή.
Γεννήθηκαν μέσα από ένα άσπρο μακό κι ένα μπουφάν ανοιγμένο.
Γεννήθηκαν. Τελεία.
Ζουν. Τελεία...

Δήμητρα Καφρομάνη

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Οι γυναίκες που διαβάζουν είναι πιο .....

Οι γυναίκες που διαβάζουν είναι πιο αισθησιακές από εκείνες που κάνουν παρέλαση στην προκυμαία. Έχουν την κομψότητα στην ψυχή. 
Massimo Bisotti

Όχι, δεν θέλω να σε φιλήσω μια .....Πάμπλο Νερούδα

Όχι, δεν θέλω να σε φιλήσω μια ηλιόλουστη μέρα. 
Δεν θέλω να είναι καλοκαίρι. Δεν θέλω να είναι μέσα στο πλήθος. 
Θα ήθελα να σε φιλήσω μία από αυτές τις νύχτες του χειμώνα, όταν ο ήλιος χάνεται μέσα στο γκρι και το κρύο · 
Όταν θα είναι πιο εύκολο να δούμε μαζί, την δύση στο σκοτάδι..

Πάμπλο Νερούδα

Αγαπημένες Σκέψεις

...