Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Όταν ο Γκάντι μελετούσε νομικά...

Όταν ο Γκάντι μελετούσε νομικά στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, είχε έναν καθηγητή του οποίου το επίθετο ήταν Mr. Peters και ο οποίος δεν τον συμπαθούσε καθόλου.
Κάποια μέρα, ο Mr. Peters κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματός του καθόταν στο εστιατόριο του Πανεπιστημίου όταν ο Γκάντι ήρθε με το δίσκο του και κάθισε δίπλα του.
Σοβαρά ενοχλημένος ο υπερόπτης καθηγητής είπε στον Γκάντι:
«Κύριε Γκάντι, δεν γνωρίζετε ότι ένα γουρούνι και ένα περιστέρι δεν κάθονται μαζί κατά τη διάρκεια του φαγητού τους;» και η απάντηση του Γκάντι ήταν:
«Μην ενοχλείστε, κ. καθηγητά, θα πετάξω παραπέρα» και λέγοντας αυτά πήγε και κάθισε σ' ένα άλλο τραπέζι.
Πράσινος από τα νεύρα του ο Mr. Peters θέλησε να πάρει τη ρεβάνς στις επόμενες εξετάσεις αλλά ο φοιτητής του απάντησε ορθότατα σε όλες τις ερωτήσεις του. Τότε ο Mr. Peters του έθεσε την παρακάτω ερώτηση:
«Κύριε Γκάντι, τι θα κάνατε αν περπατώντας στον δρόμο βρίσκατε ένα πακέτο γεμάτο σοφία και ένα άλλο γεμάτο λεφτά; Ποιο από τα δύο θα παίρνατε;»
Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Γκάντι του απάντησε: «Σίγουρα το πακέτο με τα χρήματα.»
Τότε ο Mr. Peters μ' ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνεία του είπε: «Αν ήμουν στη θέση σας θα έπαιρνα αυτό με τη σοφία, δε νομίζετε;» και ο Γκάντι του απάντησε με απάθεια: «Ο καθένας παίρνει αυτό που του λείπει.»
Ο Mr. Peters ήδη υστερικός από την απάντηση του φοιτητή του έγραψε στην κόλλα του διαγωνίσματος "Ηλίθιος" και την έδωσε στον Γκάντι.
Ο Γκάντι πήρε την κόλλα του διαγωνίσματος και κάθισε κάτω. Μερικά λεπτά αργότερα πάει στον καθηγητή του και του λέει: «Mr. Peters, υπογράψατε το γραπτό μου, αλλά ξεχάσατε να το βαθμολογήσετε.». Την καλησπέρα μου..

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

A. Curnetta

Το πρόβλημα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι,
ότι αφήνουν την καρδιά τους παντού..
Ακόμα και όπου δεν απαιτείται και δεν αξίζει..

Αν αξίζεις ν’ αγαπηθείς, θα σ’ αγαπήσουν θες δε θες, θέλουν δε θέλουν θα σ’ ....Μάρω Βαμβουνάκη

Επειδή δεν είναι αγάπη ο έρωτας, μπορεί να μιμείται θαυμάσια την αγάπη όσο διαρκεί.
Είναι το μέγιστό του άλλοθι.
Και μια και μιμείται την αγάπη, οφείλει να τηρεί τους όρους της.
Η αγάπη λοιπόν έχει πρώτο μέλημα την επιθυμία και την ανάγκη του αγαπημένου.
Την επιθυμία του και τη δυνατότητα για το πόσες προσφορές αντέχει να δέχεται.
Σημασία έχει ο άλλος πράγματι να χαίρεται.
Όχι να τον βιάζεις να χαίρεται – διότι επικρατεί το κλισέ πως «τα δώρα δίνουν χαρά».
Η υπερ-δόση φέρνει τα εντελώς αντίθετα από τη δόση αποτελέσματα, κάνει το φάρμακο φαρμάκι, την ευφροσύνη του οίνου αλκοολισμό, την έκπληξη πλήξη.
Μόνο στο μέτρο ισορροπεί και ανθεί η ουσία, στο κέντρο του κονταριού, που μας βοηθά να προχωράμε σχοινοβάτες στους δεσμούς∙ στα άκρα γέρνει και γκρεμίζεται.
Δεν είναι τεχνική η διακριτικότητα, είναι καλλιτεχνία, είναι καλοσύνη, ευγένεια ψυχής, γενναιότητα και αρχοντική αγάπη.
Γυρεύει την άνεση της ψυχής του αγαπημένου, τιμάει την ελευθερία του, προσέχει να μην του εκβιάζει το φιλότιμο.
Η υπερπροσφορά είναι στο βάθος πολύ μεγάλος εγωισμός, το ίδιο μίζερη όσο και η τσιγκουνιά.
[…]
Αν αξίζεις ν’ αγαπηθείς, θα σ’ αγαπήσουν θες δε θες, θέλουν δε θέλουν θα σ’ αγαπήσουν.
Πάντα θα το λέω σε όσους δε βρίσκουν να ζευγαρώσουν και ρίχνουν το φταίξιμο στην εποχή, στη σημερινή κοινωνία, στους σημερινούς άντρες, στις σημερινές γυναίκες, στο άγχος, στους ρυθμούς της καθημερινότητας, στην υλόφρονα γενική τάση.
Ο μόνος τρόπος, η μοναδική συνταγή που υπάρχει είναι να ομορφύνεις τον εαυτό σου, να γίνεις ελκυστικός, εφόσον έχεις μέσα σου ομορφιά και ελευθερία και περιεχόμενο, κυρίως είσαι έτοιμος στην αγάπη, ώριμος για κάτι τέτοιο.
Όλα τ’ άλλα τεχνάσματα θα σε ρίχνουν, αργά ή γρήγορα, από απογοήτευση σε απογοήτευση.
Και ώριμος στην αγάπη είναι εκείνος που μπορεί να ενδιαφέρεται για την ανάγκη του αγαπημένου του, που μοιράζεται την ευθύνη, που δεν ασχολείται μόνο με τις δικές του ευαισθησίες αλλά αναρωτιέται για τις ευαισθησίες εκείνου με τον οποίο σχετίζεται.
Και όταν του ζητάει αλλά και όταν του δίνει, το δεύτερο είναι το λεπτότερο.
Όχι, δε στέρεψε η αγάπη σήμερα, ποτέ όσο υπάρχει ζωή δε στερεύει.
Ακόμη κι αν ο κανόνας είναι πως «οι άντρες στον καιρό μας δεν αξίζουν» ή «οι γυναίκες χάλασαν», εσύ να γυρέψεις το εξαιρετικό, γιατί έρωτας είναι η ανακάλυψη του εξαιρετικού.
Η αποκάλυψη του εξαιρετικού, λένε κάποιοι, και ίσως να είναι το ίδιο∙ η πρώτη πείθει τη δεύτερη να δεχθεί να συμβεί.
Του εξαιρετικού λοιπόν, εκείνου που θα ανατρέψει με χάρη τον άχαρο κανόνα.
Μάρω Βαμβουνάκη, «Κυριακή Απόγευμα στη Βιέννη» (εκδ.Ψυχογιός) απόσπασμα

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Έρωτας χωρίς σεξ είναι αδύνατον να υπάρξει.Τζένη Καρέζη

Έχω όλα τα προσόντα που μπορούν να ενοχλήσουν έναν άντρα.
Είμαι εγωίστρια, πεισματάρα, ισχυρογνώμων, κυκλοθυμική. Με άλλα λόγια, είμαι δύσκολη περίπτωση.
Αλλά, αν ένας άντρας έχει το κουράγιο να περάσει απτόητος μέσα απ’ όλα αυτά τα ελαττώματά μου και περάσει το φράγμα, τότε πια δεν είμαι ούτε τόσο εγωίστρια ούτε τόσο πεισματάρα.
Βασικό μου χάρισμα είναι ότι γίνομαι “πολλή παρέα” με τον άντρα που αγαπάω.
Μπορώ δηλαδή να είμαι συγχρόνως και καλή φίλη. Μόνο σέξι δεν είμαι. Αυτό είναι σίγουρο, τουλάχιστον με την έννοια που κυκλοφορεί ο όρος αυτός. Άλλωστε, πιστεύω ότι οι άντρες άλλες γυναίκες βρίσκουν σέξι κι άλλες τελικά ερωτεύονται.
Το αν είμαι γοητευτική δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Ας πούμε πως είμαι απλώς μια γυναίκα.
Κρύβει τόσα πολλά αυτή η λέξη, που εμένα μου φτάνει. Το σεξ είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή και η βασική προϋπόθεση του έρωτα.
Μπορεί ένα ζευγάρι να το συνδέουν χίλια δυο πράγματα, αλλά η βάση όλων είναι το σεξ. Έρωτας χωρίς σεξ είναι αδύνατον να υπάρξει.
Δυστυχώς, όμως, υπάρχει σεξ χωρίς έρωτα. Τώρα τι σόι σεξ είναι αυτό δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω. Γιατί, για μένα, ένα από τα πιο μαγευτικά στοιχεία του σεξ είναι η ανακάλυψη του άλλου ανθρώπου. Αλλά το άλλο άτομο πρέπει να το αγαπάς για να θέλεις κάθε στιγμή να το ανακαλύπτεις.
Δεν είμαι καθόλου πουριτανή, σιχαίνομαι όμως βαθύτατα τον ελεύθερο έρωτα. Αυτή η χειραφέτηση της γυναίκας, η κακώς εννοούμενη σεξουαλική ελευθερία και η εξίσωσή της με τον άντρα βρίσκω πως είναι ολέθρια.
Ποτέ δεν ανακαλύπτει κανείς τον έρωτα μέσα από πολλούς ανθρώπους.
Μια γυναίκα πρέπει να κρατάει τον εαυτό της για τον άνθρωπο που θα ερωτευτεί ή έστω που θα νομίσει ότι έχει ερωτευτεί και να μη σπαταλιέται.
Γιατί αν «ζει τη ζωή της» έντονα, όταν θα έρθει εκείνος ο άντρας που θα ερωτευτεί πραγματικά, δεν θα έχει πια να του δώσει, παρά μόνο ένα βρόμικο κορμί και μια ακόμα πιο βρόμικη ψυχή.
Τζένη Καρέζη

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ....

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ......Ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» γράφει για το Δίστομο:
“Παντρευτήκαμε στις 14 Ιουνίου. Ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής, Έμιλ Σάντστρομ, παρέθεσε γαμήλιο γεύμα προς τιμήν μας. Αργά το βράδυ με πλησίασε και με απομάκρυνε από τα γέλια και τις φωνές, προς μια γωνιά όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε οι δυο μας. Μου έδειξε ένα τηλεγράφημα που μόλις είχε λάβει: οι Γερμανοί έσφαζαν για τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου, στην περιοχή των Δελφών, και στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό. Πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας. Το Δίστομο ήταν μέσα στα όρια της περιοχής την οποία, την εποχή εκείνη, ήμουν αρμόδιος να τροφοδοτώ με τρόφιμα και φάρμακα. Έδωσα με τη σειρά μου το τηλεγράφημα στην Κλειώ να το διαβάσει, εκείνη έγνεψε κι έτσι αποχωρήσαμε διακριτικά από τη χαρούμενη γιορτή.
Περίπου μα ώρα αργότερα ήμασταν καθ’ οδόν μέσα στη νύχτα. Απαιτήθηκε ανυπόφορα μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου διασχίσουμε τους χαλασμένους δρόμους και τα πολλά μπλόκα για να φτάσουμε, χαράματα πια, στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Δίστομο. Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος, αργά και απρόθυμα, όταν μας άκουγαν που πλησιάζαμε. Σε κάθε δέντρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά. Ήταν οι κάτοικοι του χωριού που τιμωρήθηκαν με αυτό τον τρόπο: θεωρήθηκαν ύποπτοι για παροχή βοήθειας στους αντάρτες της περιοχής, οι οποίοι επιτέθηκαν σε δύναμη των Ες-Ες.
Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα. Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και αφαιρέσει τα στήθη, άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό. Φαινόταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς.
Μα να! Ένας παππούς στην άκρη του χωριού! Από θαύμα είχε καταφέρει να γλιτώσει τη σφαγή. Ήταν σ ο κ α ρ ι σ μ έ ν ο ς από τον τρόμο, με άδειο βλέμμα, τα λόγια του πλέον μη κατανοητά. Κατεβήκαμε στη μέση της συμφοράς και φωνάζαμε στα ελληνικά: «Ερυθρός Σταυρός! Ερυθρός Σταυρός! Ήρθαμε να βοηθήσουμε»......Από μακριά μας πλησίασε διστακτικά μια γυναίκα. Μας αφηγήθηκε ότι ένας μικρός αριθμός χωρικών πρόλαβε να διαφύγει προτού ξεκινήσει η επίθεση. Μαζί με εκείνη αρχίσαμε να τους ψάχνουμε. Αφού ξεκινήσαμε οι τρεις μας, διαπιστώσαμε ότι [η γυναίκα] είχε πυροβοληθεί στο χέρι. Τη χειρουργήσαμε αμέσως με χειρουργό την Κλειώ. Ήταν το ταξίδι του μέλιτός μας.
Και ο Ελληνικός Πολιτισμός:
Λίγο καιρό αργότερα η επαφή μας με το Δίστομο θ’ αποκτούσε και έναν αξιοσημείωτο επίλογο. Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφτηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά, η Κλειώ και εγώ.
Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτυση. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Μετά πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους». Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε. Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά. Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα.
Ένας από τους επικεφαλής που θεωρήθηκε υπεύθυνος για την σφαγή στο Δίστομο Χανς Τσάμπελ (Hans Zampel) μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στην Γαλλία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα!
Ο Λάουτενμπαχ υποστήριζε πως η επίθεση των ανταρτών δεν θα μπορούσε να γίνει αν δεν τους βοηθούσαν οι κάτοικοι της περιοχής. “…Η παρουσία τους στα γύρω χωράφια σε αγροτικές εργασίες είχε σκοπό να εξαπατήσει τις δυνάμεις μας και να πέσουν στην ενέδρα, και αποδείκνυε την εκ των προτέρων σχεδιασμένη και προβαρισμένη συνεργασία τους με τις συμμορίες… Τα μέτρα μου είχαν επίσης σκοπό να αποτρέψουν ει δυνατόν περαιτέρω απώλειες που ήταν δυνατόν να περιμένει κανείς”. (Mazower, 239-240). Φυσικά κανείς δεν καταδικάστηκε, αφού το δικαστήριο επικαλέστηκε τη “στρατιωτική αναγκαιότητα” και η στάση του Λάουτενμπαχ δικαιολογήθηκε λόγω του “αισθήματος ευθύνης” που είχε απέναντι στους άνδρες του. Το πόρισμα ανέφερε: “Σε μία περίπτωση συγχρωτισμού των αμάχων με τις συμμορίες τόσο χτυπητή όσο αυτή του Διστόμου, ο διοικητής του Λόχου θεώρησε πως όφειλε να λειτουργήσει παραδειγματικά, έτσι ώστε οι αρχές κατοχής να αποδείξουν με την αρμόζουσα αυστηρότητα ότι ξέρουν πώς να αντιμετωπίζουν ακόμα και την πιο δόλια και ποταπή μορφή υποτιθέμενου “πολέμου”" (Mazower, 240). Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ζει ως σήμερα ελεύθερος...... Ίσως αυτά τα λόγια και αυτή η περιγραφή, να πρέπει να φτάσει μέχρι τους Γερμανούς αξιωματούχους, που μας λένε ότι «δεν καταλαβαίνουν» γιατί οι Έλληνες επιμένουν τόσο πολύ να πάρουν τις αποζημιώσεις τους και μάλιστα τόσα χρόνια μετά. Ίσως να πρέπει να βρεθούν μια μέρα δίπλα της, στους τάφους των συγγενών της. Ίσως να πρέπει να διαβάσουν γιατί ζητούν δικαίωση αυτή η άνθρωποι –εκπροσωπώντας, πρέπει να επισημάνουμε, εκατοντάδες χωριά σε ολόκληρη την Ελλάδα που ξεκληρίστηκαν. Ίσως έτσι, να καταλάβετε, κυρία Μέρκελ, κύριε Σόιμπλε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι (όλοι μας, ουσιαστικά, γιατί ποιος δεν έχει κλάψει γονείς, παππούδες, συγγενείς από την κατοχή) δεν θα ανεχτούν να τους ξανασφάξετε, έστω και δια της διπλωματίας…....~ΧΑΡΑ

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Δύο άνδρες , και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο..................

Δύο άνδρες , και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου .Του ενός άνδρα του επιτρεπόταν να σηκώνεται όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουν τα υγρά από τα πνευμόνια του .

Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου . Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος .Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες. Μιλούσαν για τις γυναίκες και τις οικογένειές τους,τα σπίτια , τις δουλειές τους , τη συμμετοχή τους στη στρατιωτική θητεία , πού ήταν σε διακοπές.

Κάθε απόγευμα , όταν ο άνδρας στο κρεβάτι με το παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί , περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον συγκάτοικό του όλα τα πράγματα που έβλεπε έξω από το παράθυρο.Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου ο κόσμος του διευρυνόταν και ζωντάνευε με όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λίμνη. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ιδωθεί στο βάθος. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλα αυτά με θεσπέσια λεπτομέρεια , ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Ένα ζεστό απόγευμα , ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραψε μία παρέλαση που περνούσε...

Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική - μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.

Μέρες , βδομάδες και μήνες πέρασαν . Ένα πρωί , η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερό για το μπάνιο τους και είδε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο , ο οποίος είχε πεθάνει ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα .

Μόλις θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο . Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή , και αφού σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο .

Σιγά, επώδυνα , στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα για να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο . Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο .

Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να κάνει το συχωρεμένο συγκάτοικό του να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο. Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Είπε , ' Ίσως ήθελε απλώς να σου δώσει θάρρος . '

Επίλογος : Υπάρχει τεράστια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους , παρά τη δική μας κατάσταση. Η μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη , αλλά η ευτυχία όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θέλεις να νιώσεις πλούσιος , απλώς μέτρησε όλα τα πράγματα που έχεις που τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν .

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

A. Curnetta

Το πρόβλημα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι,
ότι αφήνουν την καρδιά τους παντού..
Ακόμα και όπου δεν απαιτείται και δεν αξίζει..
A. Curnetta

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

1η Ιουνίου 2017… Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: Γιάννης Ρίτσος....

Γιάννης Ρίτσος,  Ιούνιος μήνας
“Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.”
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. 3ος, Κέδρος)

Αγαπημένες Σκέψεις

...